>  Term: swap
swap

Μια συμφωνία με την οποία δύο μέρη δανείζουν μεταξύ τους υπό διαφορετικούς όρους, π.χ., σε διαφορετικό νόμισμα, ή και με διαφορετικά επιτόκια, σταθερά ή κυμαινόμενα.

0 0

작성자

  • Aggeliki
  • (Berlin, Germany)

  •  (Gold) 1058 포인트
  • 100% positive feedback
© 2026 CSOFT International, Ltd.